Grécia | 2021 | 17′ | Digital
Realização: Loukia Batsi e Marianna Stathaki

Num mundo rural imemorial, uma jovem mulher realiza um acto oracular e antevê os problemas da sua domesticação. O chamamento que ela recebe irá levá-la ao êxodo. Este primeiro filme de Loukia Batsi e Marianna Statakhi foi filmado na ilha de Tinos, na Grécia.


Marianna Stathaki e Loukia Batsi

Our film is based on the poetry work of Loukia Batsi and more specifically on a piece that was inspired by the Medieval Greek folk custom of “Klidonas”. The custom, occurring on the 24 of June, used to be part of the Saint John’s celebrations and further associated with European midsummer traditions that honor harvest and fertility. In most of these traditions, young women appear to perform collectively an oracular act through their contact with natural elements (water, fire, earth), foretelling the identity of their future husband. This collective act, rarely performed nowadays, was seen as a declaration of the relationship among women and earth.

The poetry piece was written in Syros island during 2017 and passed multiple transformations until it reached its current form. Nevertheless, the core underlying stayed almost untouched, valuing the steady power of a feminine community that leads and protects the individual at a loss. The separation of the individual being from the others of its kind appears to be a prerequisite for its domestication. Alongside this separation, the individual is found in a fragile state, incapable of reacting toward the potential entanglements of domestication (domestic violence, domination of reproductive sources, exploitation of labour and natural resources). The separation itself is an act of manipulation and signifies the end of an era.



Loukia Batsi


Τα σώματα όπως και τα αγριόχορτα έβρισκαν κάποτε ζεστή τη γη και ρίζωναν.


Έξω όλα είναι φως

Ψηλώνει το χόρτο

και το στάχυ

λυγίζει την κορυφή του στην ξανθή ερημιά

Στην υγρή γη των δακρύων

μικρά βλαστάρια πλέουν και

γαλανά νούφαρα

Χρυσόμυγες και ήλιος


Αυτή είναι η χρυσή εποχή

Το δέντρο χύνει μέλι και δάκρυ

εκεί όπου φυτρώνουν τα ακίνητα λουλούδια

εκεί που σχίζονται τα σπάργανα

η πέτρα η βρεφική, η λεπίδα του μετάλλου, η βελόνα

εκεί που μένει δίχως κέλυφος το αυγό

και δίχως το πυκνό χορτάρι για να το σκεπάσει


Αυτή είναι η γη των μακάρων

Κάθε κορίτσι ήρθε στον κόσμο περνώντας από τις όχθες της

απέναντι από ανοιχτό μικρό παλάτι

λιπόθυμο το έφερε το ρεύμα

και κοιμισμένο

όπως το φύλλο κάτω από το δέντρο

Τη γεύση του νερού

που έτρεχε από το βουνό, απ’ τη σκιά του σύννεφου, από την αστραπή

κάθε κορίτσι ήρθε στον κόσμο να ξεχάσει


Από τα δέντρα κλαίνε τώρα πουλιά και φίδια

τυλίγονται σφιχτά στα κλαριά και κλαίνε

Ολοκληρώθηκαν οι μήνες

και οι τριάντα μία ημέρες του τελευταίου

Παύουν οι πόνοι

και οι φροντίδες

Είναι η μέρα πρώτη κλήδονας χωρίς νερό

Η τελευταία

χτένι, ψαθί, σταυρός

θε να ναι


Τα κορίτσια

με προσοχή μάζεψαν τα κάρβουνα

και με πανιά ξερά έτριψαν τα σημάδια

της χαραγμένης γης


μια συλλογή από κινήσεις των καρπών


το δρόμο της επιστροφής

Κι έπειτα

Έλυσαν τα δεσμά των πετάλων

Άφησαν πίσω βαρύ το δίκρανο

το υγρό και βαρύ μαξιλάρι

Πατούσε το ένα το άλλο καθώς έτρεχαν

Ράχη με ράχη έτριψαν το μεταξύ τους τρίχωμα

Σκόνη ζεστή στο πέρασμά τους

Σκόνη ζεστή μες στο ποτάμι

Μια μάζα άμμαλα να περνά και να λασπώνει το ποτάμι

Είδαμε να ρηχαίνει το ποτάμι



Το στήθος σου

είναι νερό λευκό

είναι νερό ανθισμένο

δεν επιστρέφουν πίσω οι ποταμοί στα χέρια σου

σφαλίζεται η πλευρά σου με φύλακες αντίχειρες

στρέφεται προς τα πάνω

Εκκρεμούν οι δείχτες των χειλιών σου

κάμπτονται σε σχήμα τόξου

Το μέταλλό τους μου ανήκει

Σφυρηλατήθηκε να σε χωρά

Καλύφθηκε από άχυρο για να θυμίζει

μητέρα, αδερφή, κόρη, αγαπημένη

πως συγκρατείς το στένωμα της γης



Loukia Batsi


Bodies, like weeds, used to find the earth warm and make roots.


Everything is light outside

The weed grows tall

and the spike

bends its taps towards the blonde wilderness

In the moist land of tears

small sprouts and blue water lilies

are floating

Golden flies and the sun


This is the Golden Age

The tree pours honey and tear

where the still flowers grow

ςhere the tarpaulins are ripped

the infant rock, the blade of metal, the niddle

where the egg lies without a shell

and without the dense grass to cover it


This is the land of Makari

Each girl came to this world through its shore

across an open tiny palace

she was brought by the stream


like the leaf under the tree

The taste of water

running from the mountain, from the shadow of the clouds, from the lightning

each girl came to this world to forget


Now birds and snakes are crying on trees

they are coiling themselves on the branches and cry

Completed are the months

and the thirty one days of the last one

Pains and cares stop

It’s the first day klidonas without water

The last

let it be scallop, pallet, cross


The girls

carefully gathered the coals

and brushed with dry clothes the marks

of the carved earth

They remembered

an assortment of the movements of the wrists

They remembered

the way of the return

And afterwards

They released the bondages of the horseshoes

They left behind heavy the pitchfork

the wet and heavy pillow

They stumped on each other while running

Back to back they rubbed the fur between them

Warm dust at their crossing

Warm dust in the river

A mass of unhaireds crossing and mudding the river

We watched becoming shallow the river


I am approaching

Your bosom

is white water

it’s blossomed water

not returning are the rivers to your hands

secured is your side with guardian thumbs

turning up

Pending are the pointers of your lips

they are bent at the shape of a bow

Their metal belongs to me

Forged to include you

Covered by straw to remind

mother, sister, daughter, beloved

how you contain the narrowing of the earth


[Tradução inglesa do grego: Myrto Metaxa]